Ανακοίνωση
ΠΡΟΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΕΓΑΣΗ ΜΑΣ ΑΝΟΙΧΘΗΚΕ Ο ΚΑΤΩΘΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ:
199 01 014988 42
YouTube & Facebook
youtube
ERSH
INTER
BOYGO
xiliotis
agroza_banner

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

  • Χρύσανθος, Μητροπολίτης Τραπεζούντος

xrysanthos

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος (Φιλιππίδης) είναι ίσως η σπουδαιότερη προσωπικότητα της νεώτερης ιστορίας του Πόντου. Θρακιώτης στην καταγωγή (γεννήθηκε το 1881 στην Κομοτηνή) αγάπησε τον Πόντο και τους Ποντίους και ταυτίστηκε μ’ αυτούς. Σεβαστή προσωπικότητα και από τους Τούρκους, γι αυτό και όταν επίκειτο η κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Ρώσους το 1916, σ’ αυτόν την παρέδωσαν λέγοντας την ιστορική εκείνη φράση: “Από σας την πήραμε αυτή την πόλη σ’ εσάς την παραδίδουμε”.

Με την έλευσή του στην Ελλάδα μετά τον ξεριζωμό, διορίσθηκε αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Παράλληλα ασχολείται με το Ποντιακό στοιχείο που τόσο αγάπησε αλλά και αγαπήθηκε από αυτό. Με δική του ιδέα και πρωτοβουλία ιδρύθηκε το 1927 η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, η οποία έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη συγγραφή και διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς του Ποντιακού Ελληνισμού. Πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής από την ίδρυσή της μέχρι τήν ημέρα που κοιμήθηκε πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες, τόσο συγγράφοντας ο ίδιος όσο και συγκεντρώνοντας το πολύτιμο υλικό που κατέθεταν οι Πόντιοι της πρώτης γενιάς. Πολύτιμος συνεργάτης του ο Γραμματέας της Επιτροπής, αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος, ο οποίος τον διαδέχθηκε στην προεδρία μετά την κοίμησή του.

Το 1939 γίνεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Στον θρόνο του Αρχιεπισκόπου παρέμεινε μέχρι την κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Οι λόγοι της απώλειας του Αρχιεπισκοπικού του θρόνου ήταν δύο. Ο πρώτος ότι αρνήθηκε να χοροσταστήσει σε λειτουργία στη Μητρόπολη, παρουσία των Γερμανικών αρχών κατοχής και ο δεύτερος ότι αρνήθηκε να ορκίσει την δοτή κυβέρνηση Τσολάκογλου. Τις ενέργειες αυτές συνόδευαν τα ιστορικά εκείνα λόγια: «Ο αρχηγός της εκκλησίας δεν παραδίδει την πρωτεύουσα της πατρίδος του εις ουδένα ξένον. Ο αρχηγός της εκκλησίας ένα καθήκον έχει: Να φροντίσει δια την απελευθέρωσίν της». Τον διαδέχθηκε ο Δαμασκηνός, του οποίου ο ανδριάντας στήθηκε στον προαύλιο χώρο της Μητρόπολης των Αθηνών. Έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Κυψέλη. Κοιμήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1949.

Με τη στάση του κατά τη Γερμανική κατοχή, ο Χρύσανθος δίδαξε ήθος, ανδρεία και πατριωτισμό, γι αυτό η πατρίδα και η εκκλησία οφείλουν να τον τιμήσουν όπως του αξίζει.

 

 

  • Κτενίδης Φίλων

ktenidis

Αναμφισβήτητα μια απ’ τις μεγαλύτερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού υπήρξε ο γιατρός Φίλων Κτενίδης. Γεννήθηκε το 1889 στην Τραπεζούντα. Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο και αρχικά εργαζόταν ως λογιστής στην Τραπεζούντα. Παράλληλα δημοσιογραφούσε στην εφημερίδα “Εθνική Δράσις¨ με άρθρα φιλολογικού ενδιαφέροντος. Το 1910 εξέδωσε το δεκαπενθήμερο περιοδικό “Επιθεώρησις”, το οποίο έτυχε μεγάλης αποδοχής και γρήγορα ξεπέρασε τα όρια του Πόντου και κυκλοφορούσε και στη Ρωσία. Πολύτιμος συνεργάτης του ήταν ο Νίκος Καπετανίδης, στον οποίο άφησε τη διεύθυνση του περιοδικού όταν αναχώρησε για την Αθήνα, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του. Εγγράφεται στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά διακόπτει τις σπουδές για να πολεμήσει ως εθελοντής του ελληνικού στρατού στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13. Μετά τη λήξη των πολέμων ολοκληρώνει τις σπουδές του και επιστρέφει στον Πόντο αλλά οι Τούρκοι γνωρίζοντας τη συμμετοχή του στον ελληνικό στρατό τον καταδιώκουν. Καταφεύγει στα μεσόγεια της Τραπεζούντας και προσφέρει δωρεάν πολύτιμες υπηρεσίες σαν γιατρός. Κατά τη Ρωσική κατοχή του ανατολικού Πόντου υπηρετεί ως διευθυντής-γιατρός στο Ρωσικό νοσοκομείο των Πλατάνων. Το 1920 και ενώ βρίσκεται στο Παρίσι για ειδίκευση, διακόπτει τις σπουδές του για δεύτερη φορά και κατατάσσεται στον ελληνικό στρατό, λαμβάνοντας μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο γιατί πιστεύει (και δεν κάνει λάθος) ότι απ’ αυτόν τον πόλεμο κρίνεται η τύχη όχι μόνο του ελληνικού έθνους, αλλά και του Ποντιακού Ελληνισμού. Το 1923 εγκαθίσταται με την οικογένειά του αρχικά στη Θεσσαλονίκη για να μετεγκατασταθούν αργότερα στην Αθήνα. Το 1935 εκλέγεται Βουλευτής Αθηνών. Το 1938 επιστρέφει οριστικά στη Θεσσαλονίκη και ασκεί το επάγγελμα του γιατρού. Όλο αυτό το διάστημα στον ελλαδικό χώρο ασχολείται με την συγγραφή ποντιακών θεατρικών έργων και ποιημάτων με κυρίαρχο ποιητικό έργο την “ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ”. Αθεράπευτος νοσταλγός των αλησμόνητων πατρίδων εκδίδει το 1950 το περιοδικό “Ποντιακή Εστία” το οποίο έμελλε να διαδραματίσει έναν απίστευτο ρόλο στη διάσωση ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων της αλησμόνητης πατρίδας. Το περιοδικό αγκαλιάστηκε θερμά από όλο τον Ποντιακό ελληνισμό και στις σελίδες του καταγράφηκαν ιστορίες, μύθοι, παραμύθια, παροιμίες, ποιήματα, ανέκδοτα, και πολλά άλλα από επώνυμους και ανώνυμους συνδρομητές και μη.  Τον Αύγουστο του 1950 στο 8ο τεύχος της Ποντιακής Εστίας, ο Κτενίδης δημοσιοποιεί το μεγάλο όραμά του για ανιστόρηση της κατεστραμμένης και εγκαταλειμμένης στον Πόντο Μονής Σουμελά. Η ιδέα αγκαλιάζεται με μεγάλο ενθουσιασμό και χιλιάδες Πόντιοι σπεύδουν να ενισχύσουν οικονομικά την υπόθεση. Έτσι τον Δεκαπενταύγουστο του 1951 στα υψώματα του Βερμίου και πάνω ακριβώς από το χωριό Καστανιά (του οποίου η κοινότητα παραχώρησε δωρεάν 500 στρέμματα) θεμελιώθηκε ο πρώτος ναός που θα στέγαζε την Παναγία στο νέο της θρόνο.

 

  • Καπετανίδης Νίκος

kapetanidis

Γεννήθηκε στη Ριζούντα το 1889. Τελείωσε το γυμνάσιο στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας και εργαζόταν στην τράπεζα Φωστηρόπουλου. Από μαθητής του γυμνασίου έγραφε χρονογραφήματα στην εφημερίδα «Φάρος της Ανατολής». Σαν δημοσιογράφος εργάστηκε στην «Επιθεώρηση», δεκαπενθήμερο περιοδικό που εξέδιδε ο Φίλων Κτενίδης. Το περιοδικό αυτό κυκλοφόρησε σε 24 τεύχη εκ των οποίων τα 6 τελευταία υπό τη διεύθυνση του Καπετανίδη, και ήταν τα καλύτερα κατά ομολογία του Κτενίδη. Τη διεύθυνση ανέλαβε ο Καπετανίδης λόγω αναχώρησης του Κτενίδη για σπουδές στην Αθήνα. Μετά τη διακοπή της «Επιθεώρησης» έγραφε στην «Ηχώ του Πόντου» για να εκδώσει το 1917  την εφημερίδα «Σάλπιγξ» η οποία κακλοφόρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της Ρωσικής κατοχής. Με την αποχώρηση των Ρώσων και την επιστροφή των Τούρκων τον Οκτώβριο του 1918 εξέδωσε την εφημερίδα «Εποχή». Ο Καπετανίδης σε όλα τα έντυπα έγραφε με περίσσια τόλμη και θάρρος υποστηρίζοντας κάθε τι ελληνικό. Για το λόγο αυτό του έγιναν πολλές επιθέσεις από τις τουρκικές εφημερίδες της Τραπεζούντας. Μάλιστα ο ίδιος ο Οσμάν πασάς (Τοπάλ) τον επισκέφθηκε στην εφημερίδα για να του κάνει συστάσεις.  Για τη δράση του συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Αμάσεια μαζί με όλη την αφρόκρεμα του Ποντιακού Ελληνισμού. Όταν του απάγγειλε ο δικαστής την κατηγορία ότι αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του Πόντου, σηκώθηκε και με απαράμιλλο θάρρος  και γενναιότητα είπε: “Όχι μόνο για την ανεξαρτησία του Πόντου αλλά και για την ένωσή του με την Ελλάδα”. Γνώριζε ότι με αυτήν την στάση υπέγραφε την θανατική του καταδίκη, δεν δίστασε όμως να το κάνει. Καταδικάστηκε και απαγχονίστηκε με άλλους 69 συγκρατούμενούς του στις 21 Σεπτεμβρίου 1921. Ήταν 32 χρονών.

 

  • Άνθιμος Παπαδόπουλος

anthimos-papadopoulos

Γεννήθηκε στο χωριό Καράκαγια της περιοχής Αργυρούπολης το 1878. Γιος παπά, χειροτονήθηκε διάκος σε ηλικία 18 χρονών στη μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά, περιοχής Αργυρούπολης. Το 1910 εγγράφηκε στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών και τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης. Το 1914 αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο και το 1915 προσλήφθηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, του οποίου   ανέλαβε τη διεύθυνση το 1932. Ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, έγινε Γραμματέας της το 1927 και διευθυντής του περιοδικού «Αρχείον Πόντου». Μετά την κοίμηση του Χρύσανθου το 1949 εκλέχτηκε πρόεδρος της Επιτροπής και παρέμεινε στη θέση αυτή ως το θάνατό του το 1962. Έγραψε πλήθος μελετών και άρθρων στο «Αρχείον Πόντου» και άλλα περιοδικά. Κορυφαία συγγράμματά του «Το Ιστορικό Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου» και η «Ιστορική Γραμματική της Ποντιακής Διαλέκτου».


  • Λεωνίδας Ιασωνίδης

l.iasonidis

Γεννήθηκε στην Ορδού το 1884, αλλά όπως αναφέρει ο ίδιος σε μία εργασία του, η Πουλαντζάκη είναι η πατρίδα του. Καταγόμενος από πατριαρχική οικογένεια τα πρώτα γράμματα έμαθε στην Πουλαντζάκη και την Κερασούντα, για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας από το οποίο και αποφοίτησε το 1902. Συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης και πήρε το δίπλωμα το 1912. Κατόπιν πήγε στο Παρίσι όπου το 1914 πήρε πτυχίο στις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες.
Από νωρίς άρχισε να ασχολείται με τα κοινά. ΄Ηδη το 1905 συμμετέχει στην «Τετραμελή επί των σχολών Εποπτεία» της Πουλαντζάκης, γεγονός που μαρτυρεί την άμετρη αγάπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα του. 
Κατά τη διάρκεια του α’ παγκοσμίου πολέμου ο Ιασονίδης έφυγε από τη Γαλλία και διαμέσου της Ρουμανίας έφτασε στο Ροστόβ της Ρωσίας για να εμψυχώσει τις ελληνικές κοινότητες του Καυκάσου. Εκεί ίδρυσε και την «Ευξεινοπόντειον ΄Ενωσιν» το 1917. Είναι επίσης από τους ιδρυτές της «Κεντρικής Ενώσεως των Ποντίων» στο Αικατερινοντάρ, 1918. Από το 1917 τόσο στην περιοχή του Καυκάσου όσο και της Κριμαίας κατέφθαναν Πόντιοι πρόσφυγες προκειμένου να σωθούν από τις σφαγές των Τούρκων, ενώ χιλιάδες έφταναν στο Βατούμ ψηφίσματα Ποντίων από όλη τη Νότια Ρωσία για να διακηρύξουν την πίστη τους στην ανεξαρτησία του Πόντου. Έτσι το 1919 συμμετέχει στην Εθνοσυνέλευση των Ποντίων του Βατούμ, της οποίας εχρημάτισε και τελευταίος πρόεδρος, με σκοπό την αποκατάσταση του Πόντου και τη δημιουργία ανεξάρτητης-αυτόνομης Δημοκρατίας. Το 1920 έρχεται στην Αθήνα συμμετέχοντας στις προσπάθειες της κυβέρνησης Βενιζέλου, επισκέπτεται το Παρίσι και το Λονδίνο αργότερα, επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικής Αμύνης και αγωνίζεται με κάθε τρόπο για την ανεξαρτησία του Πόντου. Για όλες αυτές τις προσπάθειες καταδικάστηκε ερήμην στον «δι’ αγχόνης» θάνατο από τα δικαστήρια ανεξαρτησίας της Αμάσειας (20-9-1921).
Το Σεπτέμβριο του 1922 έρχεται πρόσφυγας στην Ελλάδα όπου γίνεται θερμός προστάτης των προσφύγων που κατέφυγαν εδώ μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922) και τη συνθήκη της Λωζάνης (1923). Ασχολείται ενεργά με την πολιτική και από το 1923 εκλέγεται συνεχώς Βουλευτής Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας όπου για 32 ολόκληρα χρόνια στάθηκε στο πλευρό των προσφύγων, ενώ χρημάτισε και Υπουργός Πρόνοιας επί κυβερνήσεως Φιλελευθέρων από το 1930-1932.
Το 1936 κατέφυγε στην Αγγλία, αποστρεφόμενος τη δικτατορία που επιβλήθηκε στη χώρα μας, όπου ερευνώντας πολλές βιβλιοθήκες και μάλιστα του Παν/μίου της Οξφόρδης, διαρκώς αρθρογραφούσε σε διάφορες εφημερίδες για τα δίκαια της Ελλάδας εμψυχώνοντας τους Έλληνες στον αγώνα τους εναντίον των δυνάμεων της γερμανικής κατοχής. 
Μετά το τέλος του πολέμου και την επιστροφή του στην Ελλάδα πολιτεύθηκε και πάλι, επανεκλέγει Βουλευτής και τέλος διετέλεσε Υπουργός Βορείου Ελλάδος.
Υπήρξε απλός και ταπεινός στη ζωή του, αμερόληπτος στις κρίσεις του και δίκαιος, τίμιος στο χαρακτήρα και ευθύς, αλλά πάνω από όλα φλογερός Πόντιος. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του «Ξηρανθήτω ημίν ο λάρυγξ, εάν επιλαθώμεθά σου ω πάτριος Ποντία γη !

 

 
  • Δημοσθένης Η. Οικονομίδης

dimosthenis-oikonomidis

Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου. Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο Φροντιστήριο Αργυρούπολης και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας απ’ όπου και αποφοίτησε. Με τη χορηγία του Μητροπολίτη Χαλδίας Γερβασίου πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Κατόπιν με την προστασία του Σχολάρχου Γρηγορίου Παλαμά και των ευεργετών του έθνους Ζαννή και Παύλου Στεφάνοβικ σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Λειψίας και Μονάχου, όπου ειδικώς μελέτησε την ελληνική και λατινική γλώσσα και ιστορία της Φιλοσοφίας. Η διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο Laudlehre des Pontischen (περί της φωνητικής της διαλέκτου του Πόντου) εγκρίθηκε από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λειψίας (1887) αξία παντός επαίνου και βραβεύτηκε από το Ινστιτούτο Γ. Κουρτίου. 
Το 1888 εκλέχτηκε καθηγητής των λατινικών στην αρχή και των ελληνικών αργότερα στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το 1914, δίδαξε παράλληλα στο Ιωακείμειο Παρθεναγωγείο στο Φανάρι και στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο τουΠέραν.
Η μεγάλη του αγάπη προς την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε σε προγραμματισμένη περιοδεία στον Πόντο από το 1885 όπου περισυνέλλεξε και αποθησαύρισε ανεκτίμητο πλούτο γλωσσικού και λαογραφικού υλικού, το οποίο υπήρξε θέμα όλης της μετέπειτα επιστημονικής παραγωγής.
Στην Κωνσταντινούπολη υπήρξε αντιπρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου  και του Διδασκαλικού Συνδέσμου καθώς και μέλος πολλών εκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών και εθνικών οργανώσεων, με σκοπό την πολιτιστική πρόοδο του Ελληνισμού.
Το 1914 κλήθηκε ειδικώς από την Εφορευτική Επιτροπή του Ιστορικού Λεξικού της νέας Ελληνικής γλώσσας να εργαστεί ως συντάκτης. Εκεί εργάστηκε ως 1926 και από το 1931 ανέλαβε τη διεύθυνση του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών, θέση την οποία διατήρησε μέχρι το θάνατό του 22 Φεβρουαρίου 1938.
Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, έγραψε πολλά βιβλία αναφερόμενα στην ποντιακή διάλεκτο, την ιστορία και γενικώς την παιδεία του Ελληνισμού στον Πόντο. Το 1958 η Ακαδημία Αθηνών εξέδωσε την εργασία του «Γραμματική της ελληνικής διαλέκτου του Πόντου». Στο «Αρχείον Πόντου» δημοσίευσε στον τόμ 2 (1929) την πολύ σπουδαία εργασία του για την παραδοσιακή φορεσιά των Ελλήνων του Πόντου με τίτλο «Περί αμφιέσεως», σελ. 1-48, στις οποίες περιλαμβάνονται και σχετικές φωτογραφίες. Ο Οικονομίδης έθεσε τη σφραγίδα της συστηματικής και εξονυχιστικής έρευνας των ποντιακών γραμμάτων, για μια ολόκληρη 60ετία. Στις 16 Μαΐου 1937 εορτάσθηκε στην Αθήνα από την Επιτροπή η επιστημονική πεντηκονταετηρίς του, προεδρεύοντος του Μητροπολίτου Χρυσάνθου, και στη Θεσσαλονίκη οργανώθηκε εκδήλωση από την Εύξεινο Λέσχη προς τιμή του και την προσφορά του στην επιστήμη.

 

  • Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου

theofylaktou

Γεννήθηκε στο χωριό Τσίτη της Αργυρούπολης το 1885. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο του χωριού του γράφτηκε στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας για να συνεχίσει τις γυμνασιακές του σπουδές. Μετά ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου, του οποίου το 1907 αναγορεύεται διδάκτωρ Χειρουργικής και Μαιευτικής. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου επιδόθηκε στην οφθαλμολογία και ωτορινολαρυγγολογία. Πήρε το δίπλωμά του 1910 και επέστρεψε στην Τραπεζούντα.
Το μεγάλο όμως πάθος της ψυχής του ήταν τα γράμματα και η εθνική γενικότερη δράση. Υπήρξε ο εμψυχωτής και ιδρυτής του Λυκείου Γουμεράς (1913) και πρωτοστάτησε στον αγώνα για την ανεξαρτησία του Πόντου στη Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα. Στην Τραπεζούντα και σε ηλικία μόλις 25-30 ετών έγινε πρόεδρος του Φιλεκπαιδευτικού Μορφωτικού Συλλόγου «Ξενοφών», καθώς και γραμματέας της Φιλόπτωχου Αδελφότητας.
Με την κήρυξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου ο Θεοφύλακτος εγκατέλειψε την Τραπεζούντα και πήγε στο Βατούμ της Ρωσίας. Το 1915 τον βρίσκει υποδιευθυντή ρωσικού νοσοκομείου στον Καύκασο. Το 1916 με τη ρωσική κατάληψη της Τραπεζούντας ο Θεοφύλακτος επιστρέφει στην πόλη όπου ξενικά την έκδοση του περιοδικού «Οι Κομνηνοί», δίπλα στις απασχολήσεις του ως δ/ντή του Δημοτικού Νοσοκομείου και αρχίατρου της περιφέρειας Τραπεζούντας.
Την ίδια εποχή, με επικεφαλής το Χρύσανθο και με συνεργάτες τον Λεωνίδα Ιασωνίδη και τον Βασίλη Ιωαννίδη, αποδύεται σε σκληρούς αγώνες για την ανεξαρτησία του Πόντου. Γίνεται αντιπρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου με έδρα το Βατούμ ενώ παράλληλα εκδίδει την εφημερίδα «Ελεύθερος Πόντος». Το 1920 έρχεται στην Ελλάδα, ως επίσημος απεσταλμένος του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου, συναντιέται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όπου με πίκρα πληροφορείται από εκείνον «ο πόθος των Ποντίων δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί».Πρόσφυγας πια εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη. Εκεί αποφασιστική υπήρξε η δραστηριότητά του γύρω στις προσφυγικές ανάγκες. Υπήρξε επίσης ο εμπνευστής της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, η οποία ιδρύθηκε το 1927 με πρόεδρο τον από Τραπεζούντος Χρύσανθο, και το 1928 κυκλοφόρησε τον πρώτο τόμο του επιστημονικού περιοδικού «Αρχείων Πόντου». Το 1928 διορίστηκε από το Βενιζέλο Υπουργός, Γενικός Διοικητής Θράκης και Ανατολικής Μακεδονίας, αλλά ύστερα από 11 μήνες θητείας παραιτήθηκε, γράφοντας : «...Ο θεσμός της Γενικής Διοικήσεως είναι αργομισθία δι’ έναν Γεν. Διοικητή εκτίοντας τα τελευταία έτη της ζωής του εις Κρατικών Πρυτανείων. Δι’ αυτό και από της απόψεως της αναδημιουργίας με την σημερινήν του υπόστασιν τον θεωρώ περιττών και επιζήμιων. Τουναντίον, με την προϋπόθεσην ότι θα προικισθεί με πραγματικήν εξουσίαν, να επιλύση τα εκάστοτε παρουσιαζόμενα προβλήματα και ως τον φαντάζομαι οργανωμένον, θα αποβή πηγή αναπλάσεως και νέας ζωής δια την Βόρειον Ελλάδα...».Το 1934 ίδρυσε την «Εύξεινο Λέσχη» Θεσσαλονίκης, την οποία το Φεβρουάριο του 1940 κατάφερε να μετατρέψει σε «Λαϊκό Πανεπιστήμιο». Παράλληλα προέβλεπε την ανέγερση στέγης όπου θα στεγάζονταν το «Λαϊκό Πανεπιστήμιο, τα παραρτήματα Ποντιακής λαογραφίας και Μουσείου, Βιβλιοθήκη, Αναγνωστήριο, Σκηνή Θεάτρου και Στέγη απόρου φοιτητού.
Στο διάστημα της Κατοχής μετατρέπει τη Λέσχη σε Κέντρο προστασίας των αναξιοπαθούντων Ποντίων Θεσσαλονίκης. Προσέφερε με άλλους εθελοντές γιατρούς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά συνοικίες, έκανε εράνους, έστειλε 100 παιδάκια της Καλαμαριάς που κινδύνευαν από την πείνα, σε ποντιακά χωριά της Μακεδονίας. Βοήθησε τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, λειτούργησε συσσίτια. Το 1942-43 διέθεσε 150 εκατ. δρχ. της Λέσχης για την περίθαλψη των πολεμοπαθών, για την ενίσχυση του «Οίκου φοιτητού», των φυματικών φοιτητών, για συσσίτια και για τη χρηματοδότηση του «Αρχείου Πόντου».
Πέρα από την πολιτική και εθνική του δράση, σημαντική ήταν και η συγγραφική του δραστηριότητα. Στο έργο «Γύρω από την άσβεστη φλόγα» παρουσιάζεται όλος ο προβληματισμός για τα γεγονότα και την ιστορία του Ποντιακού ζητήματος.

 

  • Ισαάκ Λαυρεντίδης

layrentidhs

Γεννήθηκε στο Ορτάκιοϊ του Κυβερνείου Καρς το 1911, όπου είχε μεταναστεύσει ο παππούς του Αβραάμ Λαυρεντίδης, το 1878, όπως και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τον Πόντο, που είχαν αποικίσει περίπου 80 χωριά της περιοχής.
Η οικογένεια του Ισαάκ Λαυρεντίδη μαζί με πολλές άλλες οικογένειες και ύστερα από πολλές ταλαιπωρίες εγκαταστάθηκε το 1923 στο χωριό Λευκώνα/Σερρών. Σε ηλικία 7 ετών έμεινε ορφανός. Ο πατέρας του πέθανε στο Βλαδικαύκασο της Οσετίας και η μητέρα του στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.
Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και σταδιοδρόμησε ως δικηγόρος στις Σέρρες από το 1938. Στον πόλεμο του 1940-41 υπηρέτησε ως διοικητής λόχου, με το βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού πεζικού, όπου και τραυματίστηκε.
Μετά την κατάρρευση του μετώπου εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπως και άλλοι πολλοί Σερραίοι. Διετέλεσε γενικός γραμματέας της Επιτροπής Προσφύγων Σερρών, της οποίας πρόεδρος ήταν ο αείμνηστος μητροπολίτης Κωνσταντίνος Μεγγρέλης. Από το 1946 πολιτεύθηκε. Εξελέγη 10 φορές βουλευτής και διετέλεσε κοσμήτωρ και αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων. Το 1956 πήρε μέρος σε 15μελή κοινοβουλευτική αποστολή στη Σοβιετική Ένωση. Το 1960 εκλέχτηκε πρόεδρος του Κοινοβουλευτικού Ομίλου Ελληνοτουρκικής φιλίας. Διετέλεσε επίσης μέλος πολλών κοινοβουλευτικών Επιτροπών και ως αντιπρόεδρος της Βουλής ήταν επικεφαλής κοινοβουλευτικών αντιπροσωπειών που επισκέφθηκαν την Ουγγαρία, Δανία και τη Βουλγαρία. Ακόμη, αγωνίστηκε με αυταπάρνηση και θάρρος για την υπεράσπιση των εθνικών δικαίων και ιδιαίτερα του Ποντιακού Ελληνισμού.
Την ανεκτίμητη παρουσία και προσφορά του εμπλουτίζουν διαλέξεις, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά και οι περισπούδαστες μελέτες του: «Πρόσφυγες εξ ανταλλαγής και ανταλλάξιμος περιουσία», «Τα πεπρωμένα της φυλής – Νέα ιστορική αφετηρία», «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα» («Αρχείων Πόντου» τ. 31). «Οι εκ της Σοβιετικής Ενώσεως Έλληνες ποντιακής καταγωγής και τα εκ της συνθήκης της Λοζάννης δικαιώματά των» («Αρχείων Πόντου» παράρτημα 15, 1986), «Το χάσμα μεταξύ των γενεών» κ.ά.
Άοκνος, ακούραστος, έντιμος, αντικειμενικός, υπερασπιστής της αλήθειας και του δικαίου είναι μερικά από τα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Για το σπάνιο ήθος και τις ανεκτίμητες υπηρεσίες του στον ποντιακό κόσμο ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος του σωματείου «Παναγία Σουμελά» και της «Επιτροπής Ποντιακών Μελετών», καθώς και άλλων σωματείων.
Τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείων Ανδρείας και με το παράσημο Εθνικής Αντίστασης 1941-44, ως μέλος της Οργάνωσης Αναστάσεως του Γένους (ΟΑΓ). Πέθανε τον Ιούνιο του 1997.

 

  • Ματθαίος Κωφίδης

matheos_kofidis 

Ο Ματθαίος Κωφίδης γεννήθηκε στο Λικάστ’ της Κρώμνης στις 22 Μαρτίου 1855. Εργάστηκε ως υπάλληλος του Μονοπωλίου Καπνού και διετέλεσε βουλευτής Τραπεζούντος στην οθωμανική βουλή και στις τρεις βουλευτικές περιόδους των αρχών του 20ού αιώνα (1908-1912, 1912-1914 και 1914-1918). Το 1921 το «Ειδικό Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας», που ελεγχόταν από τους κεμαλικούς, τον καταδίκασε σε θάνατο δι’ απαγχονισμού μαζί με άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες του Πόντου με την κατηγορία της συνεργασίας στην κίνηση ανεξαρτησίας του Πόντου. Η ποινή εκτελέστηκε στην Αμάσεια. Την ίδια περίοδο θανατώθηκε και ο γιος του κατά τη μεταφορά του στο εσωτερικό της χώρας.

 

  • Ευκλείδης Κουρτίδης

efkleidis-kourtidis

Ο Ευκλείδης Κουρτίδης, υπήρξε ένας από τους πιο φημισμένους οπλαρχηγούς του Πόντου. Γεννήθηκε το 1885 στη Σάντα . Το 1918 εμφανίστηκε με τα παλικάρια του στα βουνά του Πόντου. Η αγάπη του για την πατρίδα, το ήθος του και η απαράμιλλη παλικαρία του, έκανε τραγούδι:

"Σαπάν Μούσα, Σειτ αγάς,

Κάλφας ο Γιομουρέτες

Ετρόμαζαν που άκουγαν

Ευκλείδης ο Σαντέτες!!"

Ο Ευκλείδης Κουρτίδης ήρθε στην Ελλάδα το 1924 και εγκαταστάθηκε στη Νέα Σάντα στο Νομό Κιλκίς. Αρνούμενος να εξαργυρώση τους αγώνες και τη φήμη του, ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία. Απεβίωσε στις 10 Φεβρουαρίου του 1937.

 
Αναζήτηση στο site
ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΛΩΣΣΑΣ
Greek English French German Hungarian Irish Italian Portuguese Russian Spanish Swedish
ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΛΩΝ



ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ
Έχουμε 13 επισκέπτες συνδεδεμένους
Greece flag 66.0%Greece (43618)
Ukraine flag 5.3%Ukraine (3519)
Germany flag 4.0%Germany (2648)
Russian Federation flag 1.5%Russian Federation (975)
Cyprus flag 1.1%Cyprus (716)
  0001  
3
SEBDAS